Αλεξία Τασούλη:
Θα μιλήσουμε τώρα με τον κύριο Κώστα Πετράκη, καθηγητή του Τμήματος Ψηφιακών Μέσων και Επικοινωνίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Καλό μεσημέρι και σας ευχαριστώ πολύ.
Κ. Αντ. Πετράκης:
Καλό μεσημέρι. Εύχομαι καλή χρονιά σε εσάς και στους τηλεθεατές σας, καθώς και πολλά καλά για τη νέα χρονιά και για το νέο κανάλι.
Α. Τασούλη:
Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ. Θα ήθελα να κουβεντιάσουμε για τον τουρισμό και κυρίως για τον υπερτουρισμό. Με βάση τις μελέτες και τις αναλύσεις που έχετε κάνει, θεωρείτε ότι ο σύγχρονος τουρισμός έχει πάψει να είναι μόνο μια ευκαιρία για τη χώρα μας και πλέον συνιστά και μια μεγάλη πρόκληση;
Κ.Α.Π.:
Θα σας αντιστρέψω την ερώτηση. Αν είχαμε τη δυνατότητα να έχουμε στην Ελλάδα ένα δισεκατομμύριο τουρίστες, αυτό θα ήταν καλό ή κακό;
Εκεί ακριβώς βρίσκεται το ζήτημα: οι υποδομές κάθε τουριστικού προορισμού έχουν ένα όριο, έναν περιορισμό. Πιστεύω ότι πρέπει να σκεφτούμε πολύ απλά ποια είναι τα όριά μας, τι θέλουμε να προσφέρουμε και μέχρι πού μπορούμε να φτάσουμε.
Αν μου επιτρέπετε, έχω να προτείνω κάτι που θα μπορούσε να καταστεί πολύ ουσιαστικό. Προτείνω να μιλήσουμε για έναν τουρισμό ανθρώπων που «προσκυνούν» τον τόπο που επισκέπτονται. Δηλαδή ανθρώπων που σέβονται τον τόπο, που έρχονται σε ουσιαστική κοινωνία με τους ανθρώπους που ζουν εκεί.
Δεν το λέω με τη θρησκευτική έννοια, παρότι και ο προσκυνηματικός τουρισμός έχει τη σημασία και το ενδιαφέρον του. Το λέω με μια ευρύτερη έννοια. Για παράδειγμα, τα τελευταία χρόνια, στη Ζάκυνθο —αν και δεν την έχω επισκεφθεί— αλλά και εδώ στην Κεφαλονιά, βλέπουμε κορίτσια και αγόρια με μπλε μπλουζάκια και το σήμα της χελώνας καρέτα-καρέτα να φροντίζουν ώστε ο τουρισμός να μη βλάψει τις φωλιές των χελωνών.
Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι ένα είδος προσκυνήματος στον τόπο. Θα μπορούσε να πει κανείς: «ναι» στον τουρισμό που δημιουργεί, που φτιάχνει, που ομορφαίνει τον τόπο, «όχι» στον τουρισμό που καταστρέφει. Νομίζω ότι σε μια τέτοια σκέψη δύσκολα θα ήταν κάποιος αντίθετος.
Α. Τασούλη:
Άρα μιλάτε για έναν τουρισμό που συνδέεται με τον σεβασμό προς τον τόπο.
Κ.Α.Π.:
Ακριβώς. Αυτή είναι η αίσθησή μου. Νομίζω ότι σήμερα ο άνθρωπος κινδυνεύει πάρα πολύ από τον ίδιο του τον εαυτό, ίσως περισσότερο από ποτέ άλλοτε.
Βέβαια, θα μου επιτρέψετε να θυμίσω και τον Άντονι Γκίντενς, ο οποίος έχει μιλήσει για τον κόσμο των ραγδαίων αλλαγών. Επισημαίνει ότι λίγο μετά το 1000 μ.Χ. ένας ιερωμένος έλεγε ότι ο κόσμος είναι έτοιμος να τελειώσει — και από τότε έχουν περάσει περίπου χίλια χρόνια.
Α. Τασούλη:
Έχει γράψει επίσης και για τον «Τρίτο Δρόμο», μια έννοια που συζητήθηκε πολύ.
Οι εξελίξεις όμως είναι τόσο γρήγορες, που πολλές φορές μέχρι οι συγγραφείς να ολοκληρώσουν ένα βιβλίο, τους έχει ήδη ξεπεράσει η εποχή, η τεχνολογία και οι ίδιες οι εξελίξεις.
Κ.Α.Π.:
Πράγματι, βρισκόμαστε σε μια πολύ γρήγορη και επιταχυνόμενη εποχή.
Ακριβώς. Και χωρίς να πλατιάσω ή να μιλήσω για όλα όσα μας απασχολούν αυτόν τον καιρό, αυτό που με ενδιαφέρει να πω είναι ότι, ναι, έχουν γίνει επενδύσεις στον τουρισμό. Έχουν γίνει υποδομές, και βεβαίως αυτό είναι θετικό.
Όλο αυτό το πακέτο των δισεκατομμυρίων που έχουν επενδυθεί στη χώρα μας δεν πρέπει να καταστραφεί ή να πάει χαμένο. Δεν πρέπει, για να το πω πιο απλά, να μη φέρει όφελος στον τόπο.
Μπορούμε να κάνουμε έναν τουρισμό «προσκυνητών», με την έννοια ότι οι άνθρωποι θα έρχονται εδώ, θα χαίρονται τον τόπο και ταυτόχρονα θα τον σέβονται βαθιά.
Α. Τασούλη:
Για τον υπερτουρισμό, που αναφέρατε, θα ήθελα να σας ρωτήσω το εξής: αφορά τελικά όλη την Ελλάδα; Γιατί υπερτουρισμό δεν έχουμε σε όλα τα σημεία της χώρας. Μπορεί να έχουμε στις Κυκλάδες τον Αύγουστο ή στη νησιωτική Ελλάδα το καλοκαίρι, αλλά σε άλλες περιοχές να μην υπάρχει το ίδιο φαινόμενο.
Κ.Α.Π.:
Έχετε δίκιο. Ο υπερτουρισμός είναι και θέμα προσωπικής επιλογής των πολιτών. Ωστόσο, νομίζω ότι οι κάτοικοι αυτού του τόπου προηγούνται. Δηλαδή, στην Ελλάδα, όπως γνωρίζετε, οι διακοπές γίνονται κυρίως από τα τέλη Ιουλίου μέχρι τα τέλη Αυγούστου. Τότε κλείνουν πολλές επιχειρήσεις και τότε οι περισσότεροι Έλληνες μπορούν να κάνουν διακοπές.
Γιατί, λοιπόν, να μη ξεκινήσουμε εμείς οι ίδιοι, ως Έλληνες, αυτή την πιο ουσιαστική και «προσκυνηματική» σχέση με τον τόπο που επιλέγουμε να επισκεφθούμε; Γιατί να μην είμαστε εμείς οι πρώτοι που θα δείξουμε τον δρόμο;
Αυτή είναι η βασική μου σκέψη, η οποία αντιπαρατίθεται στον τουρισμό της καταστροφής. Ο υπερτουρισμός είναι καταστροφικός και αυτό πρέπει να το δούμε. Όχι να περιμένουμε απλώς να συμβεί, αλλά να το δούμε να έρχεται και να προσπαθήσουμε να το αναστρέψουμε.
Α. Τασούλη:
Πάντως, όταν μιλάτε για προσκυνηματικό τουρισμό, ασφαλώς το διαχωρίζετε από τον αποκλειστικά θρησκευτικό τουρισμό. Δεν αναφέρεστε μόνο σε αυτόν, αν και ο θρησκευτικός τουρισμός είναι επίσης αρκετά ζωντανός στη χώρα μας και υπάρχει ενδιαφέρον.
Κ.Α.Π.:
Βεβαίως. Και γιατί όχι; Δεν αντιλέγω καθόλου. Αλλά αντί να προσκυνούμε μόνο τις εκκλησίες και τα μοναστήρια, γιατί να μην προσκυνούμε και κάθε άλλη εκδήλωση αυτού του τόπου και αυτού του λαού, που κατά τη γνώμη μου συνεχίζει να προσφέρει στον κόσμο ολόκληρο;
Α. Τασούλη:
Αν είχατε μία συμβουλή ή μία πρόταση να κάνετε προς την κυβέρνηση —ή καλύτερα προς την πολιτεία— σε σχέση με αυτό το θέμα, τι πιστεύετε ότι χρειάζεται να λάβει περισσότερο υπόψη της, ώστε να προστατευθεί η χώρα από τον υπερτουρισμό;
Κ.Α.Π.:
Νομίζω ότι χρειάζεται να καθίσουν επιστήμονες γύρω από ένα τραπέζι, να σκεφτούν, να συζητήσουν, να συσκεφθούν και να πουν, για παράδειγμα: στη Σαντορίνη —το λέω τυχαία ως παράδειγμα— πρέπει να δούμε ξανά πόσοι άνθρωποι μπορούν πραγματικά να κυκλοφορήσουν στα υπέροχα στενάκια της.
Πόσοι άνθρωποι μπορούν να βρίσκονται εκεί και πότε; Γιατί το πρόβλημα του πολύ έντονου καλοκαιρινού τουρισμού δεν μπορεί να συνεχιστεί ανεξέλεγκτα σε ορισμένα νησιά και προορισμούς του Αιγαίου.
Εγώ ζω στην Κεφαλονιά, όπου διδάσκω, και βλέπουμε και εδώ μια τάση προς την ίδια κατεύθυνση. Η Κεφαλονιά είναι ένας προορισμός με τουριστική ανάπτυξη κυρίως των τελευταίων είκοσι ή τριάντα ετών. Δεν έχει το ίδιο βάθος χρόνου που έχουν κάποια νησιά του Αιγαίου, αλλά φαίνεται ότι κινείται προς αντίστοιχες προκλήσεις.
Α. Τασούλη:
Κύριε Πετράκη, σας ευχαριστώ θερμά για τη συνομιλία που είχαμε.
Κ.Α.Π.:
Κι εγώ σας ευχαριστώ. Να είστε καλά. Εύχομαι η χρονιά αυτή να δώσει πολλά και ουσιαστικά σε ένα κανάλι που αξίζει.
Α. Τασούλη:
Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ.
Η συνέντευξη δώθηκε σε ζωντανή μετάδοση από την τηλεόραση της Ναυτεμπορικής που εκπέμπει σε Αττική και μέσω συνδρομητικής τηλεόρασης στις 9 Ιανουαρίου 2026.
