Αν το όνομα είναι δηλωτικό του πράγματος, αν αποσκοπεί στην ορθή ανάδειξη του πράγματος, (Πλάτων, 2001:116-117) είναι σαφές ότι, ειδικά για τα πρόσωπα, το όνομα επιδρά στην αυτοαντίληψη και τον αυτοπροσδιορισμό τους ως ελλόγων και συναισθανόμενων όντων που θεωρούν εαυτούς πλήρη και αυτοτελή υποκείμενα με αυτόνομη προσωπικότητα (Χέγκελ, 1993:67-68). Τούτο άλλωστε φαίνεται και σε καθημερινές εκφράσεις που συσχετίζουν το πρόσωπο με την κοινωνία: «του βγήκε το όνομα», «κάλλιο να σου βγει το μάτι παρά το όνομα», «έχω όνομα στην κοινωνία».
Με τον όρο ονοματεπώνυμο που δεσπόζει στην ελληνική γλώσσα, αναδεικνύεται ως ορθή η καταγραφή πρώτα του ονόματος και ύστερα του επωνύμου του ατόμου, σε κάθε προσωπική ή επαγγελματική σύσταση καθώς και σε κάθε γραπτή καταγραφή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί, μεταξύ άλλων, η Υπεύθυνη Δήλωση, επίσημο κρατικό έγγραφο για τη διευκόλυνση συναλλαγών με το δημόσιο τομέα.
Η αντιστροφή του ονοματεπωνύμου παρατηρείται σε πολλές περιπτώσεις καθώς τα άτομα επιλέγουν να συστήνονται ή να γράφουν τα στοιχεία τους, προτάσσοντας όχι το όνομα αλλά το επώνυμό τους. Η τάση αυτή φαίνεται να παρουσιάζει αυξητική τάση τις τελευταίες δυο δεκαετίες, αν και χρειάζεται μια διαχρονική έρευνα για την επιβεβαίωση της παρατήρησης. Οι ερευνητές επιθυμούν να διαπιστώσουν την έκταση του φαινομένου στην Ελλάδα την περίοδο 2008-2014. Το φαινόμενο αυτό μπορεί να προσεγγιστεί τόσο από φιλολογική σκοπιά όσο και από κοινωνιολογική και επικοινωνιακή.
Η έρευνα δεν εξετάζει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η χρήση ενός προγράμματος λογισμικού επιτάσσει την καταγραφή πρώτα του επωνύμου και ύστερα του ονόματος, για λόγους αλφαβητικής ταξινόμησης. Επικεντρώνεται στην προφορική και γραπτή αναφορά του ονόματος όταν τούτο ζητείται δίχως σχετικό περιορισμό.
Πετράκης, Κ. & Γιαννάκου, Α., (2017) «Η αντιστροφή του ονοματεπωνύμου στην Ελλάδα: Διερεύνηση της έκτασης του φαινομένου και αναζήτηση αιτίων». ΟΝΟΜΑΤΑ, τόμος 21, 431 – 455
